Κόκκινα δάνεια: Έρχονται περισσότερα «κουρέματα» – Τι δείχνουν τα στοιχεία της ΤτΕ

Η μερική διαγραφή οφειλής αναδεικνύεται ως η βασική λύση που επιλέγουν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), σύμφωνα με τα στοιχεία που καταγράφονται στην έκθεση της Τράπεζα της Ελλάδος. Πρόκειται για την πιο συχνή μορφή μακροπρόθεσμης ρύθμισης, με ποσοστό 42%, ενώ ακολουθούν ο διαχωρισμός οφειλής (26%) και η επιμήκυνση διάρκειας αποπληρωμής (25%).

Τα δεδομένα για το 2025 δείχνουν ότι η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων έχει περάσει σε πιο ώριμο στάδιο. Η στρατηγική δεν περιορίζεται πλέον μόνο στη μείωση των υπολοίπων, αλλά επεκτείνεται και στη σταδιακή εκκαθάριση του ιδιωτικού χρέους. Συνολικά, ανακτήθηκαν περίπου 4 δισ. ευρώ μέσω αποπληρωμών, ρευστοποιήσεων εξασφαλίσεων και διαγραφών, γεγονός που καταδεικνύει μια σταθερή πορεία απομόχλευσης. Οι άμεσες αποπληρωμές διατηρούν πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ σημαντική είναι και η συμβολή των ρευστοποιήσεων.

Παράλληλα, παρατηρείται επιδείνωση στη χρηματοοικονομική διάρθρωση των servicers, καθώς τα ίδια κεφάλαιά τους μειώνονται σε σχέση με τις υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του 2025 το ενεργητικό τους ανήλθε σε 1,3 δισ. ευρώ, αυξημένο σε ετήσια βάση, ωστόσο τα ίδια κεφάλαια περιορίστηκαν στα 614 εκατ. ευρώ, από 739 εκατ. ευρώ το 2024. Την ίδια στιγμή, οι υποχρεώσεις αυξήθηκαν σημαντικά, φτάνοντας τα 649 εκατ. ευρώ.

Σε επίπεδο κερδοφορίας, τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 126 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση 6,3% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Παρά τη μείωση αυτή, το λειτουργικό κόστος –που περιλαμβάνει αμοιβές προσωπικού και διοικητικά έξοδα– αυξήθηκε ως ποσοστό του κύκλου εργασιών, φτάνοντας το 55,7%.

Το συνολικό ύψος των δανείων υπό διαχείριση ανήλθε στα 91,5 δισ. ευρώ, ενισχυμένο κατά 4,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024, κυρίως λόγω της ανάληψης νέων χαρτοφυλακίων. Η συντριπτική πλειονότητα (89,1%) αφορά δάνεια που διαχειρίζονται οι servicers για λογαριασμό επενδυτών – αγοραστών πιστώσεων, ενώ το υπόλοιπο 10,9% αφορά τράπεζες και χρηματοδοτικά ιδρύματα.

Η εικόνα του χαρτοφυλακίου παραμένει έντονα επιβαρυμένη, καθώς το 84% των ανοιγμάτων αφορά μη εξυπηρετούμενα δάνεια, με μεγάλο μέρος αυτών να είναι ήδη καταγγελμένα. Τα επιχειρηματικά δάνεια κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο (49,5%), ακολουθούμενα από τα στεγαστικά (31%) και τα καταναλωτικά (19,4%).

Σημαντική είναι και η πρόοδος στις ρυθμίσεις, οι οποίες καλύπτουν το 21,3% των δανείων υπό διαχείριση. Από αυτές, το μεγαλύτερο ποσοστό αφορά λύσεις οριστικής διευθέτησης (61,1%), ενώ οι μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις φτάνουν το 34% και οι βραχυπρόθεσμες το 4,9%. Μάλιστα, αυξάνεται το μερίδιο των οριστικών λύσεων, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη μετάβαση σε πιο αποτελεσματικές και μόνιμες λύσεις διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.

Τέλος, οι πιο συχνές μορφές οριστικής διευθέτησης περιλαμβάνουν ρυθμίσεις με νομική προστασία, πλειστηριασμούς και διακανονισμούς απαιτήσεων, αποτυπώνοντας το εύρος των εργαλείων που χρησιμοποιούνται πλέον για την αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων.