Με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προχώρησε σε μια ευθεία και σαφή δημόσια τοποθέτηση, αναλαμβάνοντας την πολιτική ευθύνη που απορρέει τόσο από τον ρόλο του ως Πρωθυπουργού όσο και ως ηγέτη μιας ιστορικής παράταξης. Στο επίκεντρο της δήλωσής του βρέθηκαν τρεις βασικοί άξονες: η δικαστική διάσταση της υπόθεσης, η ανάγκη εξάλειψης των πελατειακών πρακτικών και η ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα.
Καταρχάς, χαρακτήρισε ιδιαίτερα σοβαρή την αποστολή δικογραφίας στη Βουλή για την άρση ασυλίας έντεκα βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, υπογραμμίζοντας ότι η διαδικασία πρέπει να εξελιχθεί με διαφάνεια και ταχύτητα. Τόνισε ότι η διερεύνηση βασίζεται σε νόμιμα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις, ενώ επεσήμανε πως τα εμπλεκόμενα πρόσωπα έχουν ήδη υποστεί σημαντική προσωπική και πολιτική πίεση. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία του τεκμηρίου της αθωότητας και ζήτησε την άμεση ολοκλήρωση των ερευνών από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ώστε να υπάρξει σαφής εικόνα για τυχόν ποινικές ευθύνες.
Σε δεύτερο επίπεδο, αναφέρθηκε εκτενώς στο χρόνιο πρόβλημα των πελατειακών σχέσεων, το οποίο χαρακτήρισε διαχρονική παθογένεια του ελληνικού κράτους. Παραδέχθηκε ότι οι απαραίτητες παρεμβάσεις άργησαν να γίνουν, ωστόσο υποστήριξε ότι πλέον υλοποιείται μια ουσιαστική μεταρρύθμιση: η μεταφορά των αρμοδιοτήτων του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Η αλλαγή αυτή, όπως σημείωσε, αποσκοπεί στην εξάλειψη των «παραθύρων» ευνοιοκρατίας και στην καθιέρωση ίσων όρων για όλους τους πολίτες, ιδίως για τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους.
Ο Πρωθυπουργός υιοθέτησε και έναν πιο προσωπικό τόνο, απορρίπτοντας τις κατηγορίες ότι τα φαινόμενα ευνοιοκρατίας αποτελούν πρόσφατο φαινόμενο. Αντίθετα, τα συνέδεσε με βαθιά ριζωμένες πρακτικές του παρελθόντος, επισημαίνοντας ότι η πραγματική λύση βρίσκεται στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό του κράτους. Μέσα από παραδείγματα, όπως η επιτάχυνση της απονομής συντάξεων, η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών και η αυτοματοποίηση διαδικασιών, ανέδειξε τον περιορισμό της ανάγκης για πολιτικές «παρεμβάσεις» στην καθημερινότητα των πολιτών.
Τέλος, εστίασε στην ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμη πρόκληση για τη δημοκρατία. Σε αυτό το πλαίσιο, πρότεινε μια νέα δέσμη θεσμικών αλλαγών, με κυριότερη την καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ της ιδιότητας του υπουργού και του βουλευτή. Η πρόταση προβλέπει ότι οι υπουργοί θα αντικαθίστανται κοινοβουλευτικά από επιλαχόντες όσο διαρκεί η θητεία τους στην κυβέρνηση, ενισχύοντας έτσι τον διακριτό ρόλο της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Οι προτάσεις αυτές, όπως διευκρίνισε, θα τεθούν σε δημόσια διαβούλευση και προορίζονται να εφαρμοστούν μετά τις εκλογές του 2027, αποτελώντας μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Κλείνοντας, εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Ελλάδα μπορεί να αφήσει πίσω της τις παθογένειες του παρελθόντος και να προχωρήσει με σταθερά βήματα προς ένα πιο διαφανές και αποτελεσματικό κράτος.







